Η μεταπράτηση γενικών ιδεών – εκείνων που βρίσκονται στη διασταύρωση των “ανθρωπιστικών” επιστημών, της φιλοσοφίας και της πολιτικής σκέψης άρχισε να αποφέρει καλά κέρδη.
Κορνήλιου Καστοριάδη Η άνοδος της ασημαντότητας
Επειδή, πριν απ’ όλα, είναι πονηρός, ο Μίμης Ανδρουλάκης ήξερε από νωρίς πως για να γίνει κανείς Έλληνας συγγραφέας και μάλιστα τόσο επιτυχημενος όσο σχεδίαζε ο ίδιος, πρέπει, πρώτα, οπωσδήποτε να θητεύσει ως κομματικό στέλεχος. Γιατί, μόνο ως απαράτσικ αποκτά κανείς και το ταλέντο και (ακόμα σημαντικότερο) τις γνωριμίες απαραίτητες για την κατοπινή λογοτεχνική του σταδιοδρομία.
Ως διορατικός αγωνιστής του Πολυτεχνείου (ούτε μισή σφαλιάρα), ψιλιάστηκε ότι η σταλινική αριστερά είναι το μέλλον της Ελλάδας της Μεταπολίτευσης. Έτσι πήγε στο ΚΚΕ εξωτερικού και από το ΚΚΕ εξωτερικού στο ΚΚΕ εσωτερικού. Το 1993 κατάλαβε ότι η πονηριά του μητσοτακοκομμουνισμού δεν κατάφερε να εξοντώσει τον Ανδρέα (ζεις, εσύ μας οδηγείς) και, πονηρός καθώς είναι, πήγε στο ΠΑΣΟΚ.
Στο αρχηγικό (κατά τη δική του άποψη) ΠΑΣΟΚ βρήκε ο Μίμης την παλιοπαρέα του. Τα παιδιά με τα οποία κάποτε τιργυρνούσε (σαν τις νταλίκες; σαν την άδικη κατάρα;) στην Αθήνα ετοιμάζοντας το έδαφος για την επικείμενη σοσιαλιστική επανάσταση που βέβαια δεν έγινε ποτέ.
Δε φορούσαν πια σκισμένες σαγιονάρες, αλλά παπούτσια Gucci και κοστούμια Armani. Είχαν αποκτήσει πολυτελή αυτοκίνητα, βίλες, σωματοφύλακες, υπηρέτριες, και άλλες βίλες, offshore εταιρείες, σικ γκόμενες, κουμπαρίες με επιχειρηματίες. Είχαν γίνει ζάπλουτοι σε βάρος του λαού τους (υπέρ του οποίου, εννοείται, δημηγορούσαν ακούραστα). Δεν ήξεραν πια τι έχουν. Το μόνο που ήξεραν ήταν ότι αυτά που έχουν, δεν τα έχουν στην Ελλάδα, αλλά σε άλλα, πιο ασφαλή γι’ αυτούς, μέρη του κόσμου.
Ο Μίμης μας θαύμασε πολύ την εξέλιξη της παλιοπαρέας του και, πονηρός καθώς είναι, κατάλαβε ότι δεν είμαστε πια για μεσοβέζικες λύσεις κι έτσι έκατσε στο ΠΑΣΟΚ. Γιατί οι άλλοι τι παραπάνω μπορούν να του προσφέρουν; Μπορούν να τον κάνουν, ας πούμε, υπουργό επί Παντός του Επιστητού, όπως θα τον κάνει ο Γιωργάκης;
Και τώρα ο Μίμης μας κάθεται φρόνιμα στο ΠΑΣΟΚ και όπου βρεθεί και όπου σταθεί το εγκωμιάζει ως το πλέον ελεύθερο ελληνικό πολιτικό κόμμα. Λες και άλλαξε κάτι στο συγκεκριμένο χώρο από το 1989 που πήγε, μαζί με το Μητσοτάκη, να το διαλύσει.
Τίποτα δεν άλλαξε. Όλα τα ελληνικά κόμματα είναι όπως ήταν πάντα και ο Μίμης Ανδρουλάκης παρέμεινε μόνιμος απαράτσικ και τίποτα άλλο.
Ένας απαράτσικ είναι, εξ ορισμού, κακός συγγραφέας και ο Μίμης, σαν καλό παιδί που είναι, δεν αποτελεί καμιά εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα. Μάλλον τον επιβεβαιώνει. Γι’ αυτό δεν αξίζει τον κόπο καν να αναφερθεί κανείς στον αχταρμά των λέξεων που, ελλείψει κάθε ουσιώδους κριτηρίου από μέρους του αναγνωστικού κοινού, ο
ίδιος και οι φίλοι του μπορούν και αποκαλούν λογοτεχνία.
Όποιος έχει διαβάσει σοβαρούς συγγραφείς, δεν μπορεί παρά να κατατάξει τον Ανδρουλάκη στο πάνθεον των σταλινικών συγγραφέων-απαράτσικ, τους οποίους τόσο γλαφυρά περιγράφει ο Μπουλγκάκοφ στο «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα».
Τα πράγματα είναι απλά: τα βιβλία του Ανδρουλάκη εκδίδονται επειδή ο ίδιος είναι γνωστός, μια φάτσα αναγνωρίσιμη από τις πολιτικές συγκεντρώσεις, τη Βουλή και την τηλεόραση. Μαζί με τα βιβλία του όμως – εκδίδεται και ο ίδιος.